ΔΩΔΕΚΑ ΑΟΡΑΤΟΙ ΦΥΛΑΚΕΣ

Πολύ συχνά, οι μυστηριώδεις αυτοί «αόρατοι» ή «ανύπαρκτοι» (με την έννοια του ακραία ταπεινού) καλόγεροι χαρακτηρίζονται ως «φύλακες». Ο χαρακτηρισμός αυτός μάλιστα, παίρνει πολλές φορές σπουδαιότητα μεγαλύτερη από την ιδιότητά τους ως «αόρατοι».

Τι είναι αλήθεια αυτό που φυλάνε; Πάλι δεν θα βρούμε μία και μόνη απάντηση στο ερώτημα, αλλά διάφορες, όχι κατ’ ανάγκη ετερόκλητες μεταξύ τους, απαντήσεις. Ο π. Βασίλειος ο Ιβηρίτης αναφέρει ότι «φυλάνε», «κρατούν» τη ζωή την ίδια στο Άγιο Όρος και αποτελούν ευλογία για όλον τον κόσμο.

Κάποιοι άλλοι τούς χαρακτηρίζουν ως φύλακες της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού. Υπάρχει μάλιστα διαδεδομένη –μεταξύ αυτών που πιστεύουν στην ύπαρξή τους– η άποψη ότι συγκεντρώνονται και οι δώδεκα σε κάποιο μέρος της κορυφής του Άθωνα (κάθε φορά σε διαφορετικό σημείο αλλά πάντα στην κορυφή), όποτε προκύπτει στην κοινωνία κάποιο εθνικό ή πίστεως θέμα-πρόβλημα.

Πώς γίνεται η συνεννόηση μεταξύ τους για τον τόπο και χρόνο της συνάντησης; Όπως ίσως ήδη καταλάβατε, αυτή γίνεται με κάποιον τρόπο που εμείς μπορούμε να αντιληφθούμε ως «τηλεπαθητικό». Δώδεκα άνθρωποι που κατάφεραν να ξεπεράσουν τη Φύση σε κάθε απαίτησή της και να πνευματοποιηθούν κατ’ ουσίαν, δεν είναι δυνατό παρά να επικοινωνούν μεταξύ τους επαρκώς, πνευματικά και μόνο.

Υπάρχει έντονη μεταξύ των μοναχών η πίστη ότι οι δώδεκα αόρατοι «συγκάτοικοί» τους, προσπαθούν να περιφρουρούν από απειλές και να φυλάσσουν ιδιαίτερα αυτό που ονομάζουμε «Ελληνισμό», ό,τι κι αν σημαίνει στις συνειδήσεις μας.

Για το λόγο αυτόν μάλιστα υπάρχει η άποψη ότι αποτελούν τη φυσική συνέχεια του αρχαιοελληνικού Δωδεκάθεου, επιπλέον και για το λόγο της σύμπτωσης του αριθμού τους (που βέβαια ταυτίζεται και με τον αριθμό των μαθητών του Ιησού).

Παρενθετικά δεν μπορώ να μην αναφέρω πως για άλλη μια φορά γίνεται αξιοσημείωτο το γεγονός ότι οι Αγιορείτες (και συνεπώς η Ορθόδοξη Παράδοση της οποίας είναι φορείς) δεν απορρίπτουν το αρχαίο ελληνικό πνεύμα, αλλά συνδέονται σε φυσική συνέχεια μαζί του και το αφομοιώνουν μετουσιώνοντάς το σε νέα πραγματικότητα.

ΑΕΙΚΙΝΗΤΗ ΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Άνθρωποι που έγιναν εν ζωή αύρες, άνθρωποι που πραγματοποιούν την ύψιστη δράση στην κατάσταση της ησυχίας, άνθρωποι που δεν προσεύχονται πια αλλά έγιναν οι ίδιοι προσευχή, άνθρωποι που κατάφεραν τέτοια ύψη ταπείνωσης ώστε πέρασαν στην ανυπαρξία πριν να πεθάνουν.

Και μέσα από την «ανυπαρξία» τους μπορούν να παρέχουν σε όσους τους γνωρίσουν, όλα όσα δεν μπόρεσε κανένας σημαντικός ή ασήμαντος κοσμικός να τους προσφέρει, με σημαντικότερο όλων: την πνοή της ελευθερίας.

Δεν διδάσκουν με λόγια κανένα δόγμα ή Αρχή πίστης, αλλά εμπνέουν με την ύπαρξή τους και μεταδίδουν την απίστευτη δύναμή τους απέναντι σε κάθε δουλική αναγκαιότητα.

Η ευλογία τους διαχέεται σε σημείο που να αποτελεί δύναμη συνεκτική της κτίσεως. Η ανωτερότητά τους απέναντι σε κάθε ανάγκη και η γενναιότητα της αγάπης τους που τίποτε δεν αποζητά, παραμένουν για μας καταστάσεις ύπαρξης ανερμήνευτες.

Λένε πως κάθε σύναξή τους συνοδεύεται μοιραία από λαμπρότατο φως στο σημείο της συνάντησης. Δεν αποκλείεται αυτοί οι ίδιοι να είναι το φως, υπάρξεις σωματικές, φωτεινές και άσαρκες.

Παραμύθι; Υπερβολή; Ψέμα υποκινούμενο από σκοταδιστές για χειραγώγηση των αφελών; Ίσως… Ίσως κι όχι… Αυτές οι ερωτήσεις μοιάζουν με το μεγάλο ερώτημα: Υπάρχει Θεός; Πώς να απαντηθεί με ναι ή όχι και πώς να αποδειχθεί η όποια απάντηση;

Αξίζει νομίζω να σας πω αυτά που μου ανέφερε ο Θανάσης, φίλος αγιογράφος που επισκέπτεται κατά καιρούς το μοναστήρι της «Μικράς Αγίας Άννας», όπως λέγεται, για λόγους κυρίως επαγγελματικούς.

Το μοναστήρι βρίσκεται σε μεγάλο ύψος και η θέα που μπορεί κάποιος να απολαύσει από εκεί είναι, όπως λένε, μοναδική. Πριν από έναν περίπου μήνα ο Θανάσης ξαναβρέθηκε εκεί και το βράδυ, όπως συνήθιζε, βγήκε με το φακό του για περίπατο. «Είχε κρύο και υπέροχη διαφάνεια», μου είπε. Δεν είχε ύπνο και αφέθηκε να περιπλανηθεί μέσα στη νύχτα, ώσπου έφτασε στα Κατουνάκια. Δεν ήταν άλλωστε η πρώτη φορά που έκανε ανάλογες νυχτερινές βόλτες στο Άγιο Όρος.

Ξαφνικά άκουσε, πολύ κοντά του, έντονο θόρυβο μέσα από τα δέντρα και τους ψηλούς θάμνους. Τρόμαξε, έστρεψε το φακό του προς το μέρος απ’ όπου ερχόταν ο θόρυβος κι ενστικτωδώς έσκυψε για να πιάσει κάποιο ξύλο ή πέτρα ή οποιοδήποτε «όργανο άμυνας» για τον κίνδυνο που τον απειλούσε. Προς στιγμή νόμισε ότι ήταν κάποιο μεγάλο ζώο.

Άκουσε για δεύτερη φορά, πιο δυνατό τον ήχο. Με το φακό του σταθερά στραμμένο προς τα εκεί, και αρκετά τρομαγμένος, είδε ξαφνικά μπροστά του μια ψιλόλιγνη, φωτεινή σιλουέτα: έναν άντρα γυμνό και πολύ αδύνατο με γενειάδα που έφτανε μέχρι τα γόνατά του.

Η λαμπερή ύπαρξη του χαμογέλασε ήρεμα, έκανε μπροστά του μετάνοια κι εξαφανίστηκε χωρίς να πει τίποτα, αφήνοντας θεϊκή γαλήνη στο χώρο και τον Θανάση να κοιτά ακίνητος και ξαφνιασμένος μέσα στο τσουχτερό κρύο.

«Απ’ το χαμόγελό του θαρρείς ξεχυνόταν όλου του κόσμου η αγάπη», μου είπε όταν επέστρεψε. «Δεν είπε τίποτα, μου έδωσε όμως τόση δύναμη όση δεν θα μου έδιναν όλες οι φιλολογίες μαζεμένες…», διηγιόταν συνεπαρμένος.

Οι μαρτυρίες ανθρώπων που συνάντησαν κάποιον από τους δώδεκα μιλούν για άρρητη γλυκύτητα και για έκχυση αγάπης, δίχως προϋποθέσεις και σχόλια. Για δυναμισμό μέσα στη σιωπή και στη γαλήνη. Για ολική δύναμη που δεν μπορεί να εκφραστεί. Για αρμονία εσωτερική και ταυτόχρονα με το εξωτερικό περιβάλλον. Για άλλης ποιότητας ελευθερία που κανένα κοινωνικό, πολιτικό ή θρησκευτικό πρότυπο δεν μπόρεσε να εμπνεύσει και να πραγματώσει.

Close

Cart

Κανένα προϊόν στο καλάθι σας.