20 Χρόνια ΑΒΑΤΟΝ!

 

20xronia avaton

20 Χρόνια ΑΒΑΤΟΝ!

 

Με αυτό το τεύχος (σ.σ. 160) που κρατάτε στα χέρια σας, το ΑΒΑΤΟΝ κλείνει είκοσι χρόνια ζωής. Πώς σηματοδοτείς άραγε είκοσι χρόνια παρουσίας στα εκδοτικά δρώμενα; Πολλά πέρασαν από το μυαλό μας: μια εκδήλωση, ένα φεστιβάλ, ένα αφιέρωμα, χωρίς να αποκλείουμε τίποτε... Τελικά όμως, αποφασίσαμε για τώρα να κάνουμε ένα ταξίδι κι ας είναι στο χαρτί. Μια συζήτηση με τον εμπνευστή και εκδότη του περιοδικού, Στέφανο Ελμάζη, για το πώς ξεκίνησαν όλα – και πού κατευθύνονται.

Δήμητρα Νικολαΐδου

Πώς ξεκίνησε το ΑΒΑΤΟΝ;

Το ΑΒΑΤΟΝ ξεκίνησε από τις Ανιχνεύσεις, ένα πολιτιστικό περιοδικό του Συλλόγου Εργαζομένων της τότε Τράπεζας Μακεδονίας Θράκης, στα μέσα της δεκαετίας του '90, που είχα την ευθύνη μαζί με άλλους συναδέλφους. Εργαζόμουν τότε στην τράπεζα. Ωστόσο, από την πρώτη σχεδόν στιγμή, στόχος μου ήταν το περιοδικό να μην περιέχει τα συνηθισμένα θέματα, αλλά και ζητήματα πιο πνευματικά που με απασχολούσαν.

Επειδή οι Ανιχνεύσεις ήταν κάτι που οι περισσότεροι συνάδελφοι έκαναν παράλληλα με τη δουλειά τους, σταδιακά σταμάτησαν να ασχολούνται, εγώ όμως επέμεινα. Και κάποια στιγμή μου μπήκε μια ιδέα, πολύ τρελή. Το περιοδικό είχε ήδη αλλάξει, είχε σχεδόν αποκλειστικά πνευματικά θέματα. Γιατί λοιπόν να μην δοκίμαζα να βγει έξω στα περίπτερα και να πουλιέται κανονικά όπως τα άλλα περιοδικά; Έτσι ξεκίνησα κάποιες επαφές με το πρακτορείο τύπου και σταδιακά οι Ανιχνεύσεις εμφανίστηκαν στα περίπτερα αρχικά της Θεσσαλονίκης και μετά όλης της Ελλάδας.

Και ήταν κάτι το εκπληκτικό, μάλλον μοναδικό φαινόμενο στα εκδοτικά χρονικά της χώρας μας: ένα περιοδικό που εξέδιδε ένας σύλλογος εργαζομένων μιας τράπεζας, πουλιόταν στα περίπτερα όλης της Ελλάδας, και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία.

Βέβαια όλη αυτή η εκδοτική «έκρηξη» για τα δικά μας δεδομένα είχε ως συνέπεια μεγάλη κούραση, καθώς μετά το κανονικό οκτάωρο στη δουλειά μου περνούσα όλες τις υπόλοιπες ώρες μου ετοιμάζοντας το επόμενο τεύχος, με τα τεχνολογικά μέσα της εποχής...

Θα ήταν πολύ δύσκολο να συνδυάζετε και δουλειά και την έκδοση ενός περιοδικού. Πώς τα καταφέρνατε;

Πράγματι, η κατάσταση άρχισε να γίνεται πολύ δύσκολη και τότε έγινε κάτι παράξενο και πολύ ενδιαφέρον: με κάλεσε μια μέρα ο γενικός διευθυντής της τράπεζας, και μου ανακοίνωσε πως θα μου έδιναν απόσπαση για να ασχολούμαι μόνο με το περιοδικό!

Και αυτό ήταν πολύ παράξενο, γιατί το περιοδικό το έβγαζε ο σύλλογος εργαζομένων της τράπεζας, οι συνδικαλιστές δηλαδή, που ήταν σε μόνιμη

κόντρα με τη διοίκηση της τράπεζας, όπως συνηθίζεται. Εικάζω, ότι ο λόγος ήταν πως η τράπεζα θεώρησε πως μέσα από το περιοδικό είχε μια καλή προβολή και η ίδια. Αυτό μου έλυσε τα χέρια.

Παράλληλα απέκτησα μια συνεργάτρια, πολύτιμη βοηθό, την Στέλλα Τσιαρβούλα, που με τη βοήθειά της, όπως και με τη βοήθεια σημαντικών και αγαπημένων φίλων, του ζωγράφου Ντίνου Παλιάν, που φιλοτέχνησε πολλά εξώφυλλα του περιοδικού, του Δημήτρη Λουζικιώτη, που είχε τη γραφιστική επιμέλεια αρχικά και μετά του Χριστόφορου Αδάμ, της Εύας Αυλίδου, της Άννας Παπαφωτίου, του Ντέμη Κυριάκου που συνεχίζει μέχρι σήμερα να αρθρογραφεί και να είναι σύμβουλος έκδοσης, και πολλών άλλων, το περιοδικό άνθισε και έγινε σημείο αναφοράς για χιλιάδες ανήσυχους ανθρώπους στην Ελλάδα.

Το διάστημα αυτό κράτησε λίγα χρόνια. Μετά η τράπεζα πουλήθηκε και έγινε Τράπεζα Πειραιώς. Οι συνθήκες είχαν πια αλλάξει και τότε αποφάσισα να κάνω το μεγάλο βήμα: να παραιτηθώ από την τράπεζα και να συνεχίσω να κάνω αυτό που πραγματικά αγαπούσα. Και τότε πήρα την απόφαση να μετονομάσω τις Ανιχνεύσεις σε ΑΒΑΤΟΝ.

Για να δημιουργήσετε το ΑΒΑΤΟΝ κάνατε κάτι που για τον μέσο Έλληνα θεωρείται άθλος: παραιτηθήκατε από μια τράπεζα. Πώς αφήνει κανείς μια τέτοια σταθερότητα για να φτιάξει ένα περιοδικό αναζήτησης και μάλιστα σε μια εποχή που ο κόσμος δεν έδειχνε να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τέτοια θέματα;

Δεν σκέφτηκα ούτε στιγμή να κάνω πίσω. Δεν υπήρχε περίπτωση να επιστρέψω στην τραπεζική μου δουλειά, κάτι που έκανα ένα διάστημα για καθαρά βιοποριστικούς λόγους. Αυτό που ενδιέφερε ήταν πώς θα συνεχίσει να υπάρχει το περιοδικό και να εκφράζει τις εσωτερικές μου ανησυχίες και τις ανησυχίες πολλών φίλων και συνεργατών που με ακολουθούσαν. Ανησυχίες που είχαν ήδη βρει και άλλο κανάλι έκφρασης, τις εκδόσεις Αρχέτυπο, που συστήσαμε την ίδια ακριβώς περίοδο και κλείνουν επίσης φέτος τα είκοσι χρόνια ζωής. Δεν υπήρξε λοιπόν κανένα δίλημμα, το τόλμησα και δέχτηκα και βοήθειες που δεν περίμενα.

Έτσι, αρχές Μαρτίου του 1999 το ΑΒΑΤΟΝ έκανε την εμφάνισή του στα περίπτερα όλης της χώρας, με ένα ευρηματικό εξώφυλλο που σηματοδοτούσε τη μετάβαση από τις Ανιχνεύσεις.

Εκείνες τις ημέρες που πρωτοβγήκε το ΑΒΑΤΟΝ, ποιο ήταν το κλίμα της αναζήτησης;

Εκείνη την εποχή είχε γίνει μια έκρηξη. Δημιουργούνταν εσωτερικές ομάδες, έβγαιναν βιβλία. Υπήρχε μια δίψα. Υπήρχε φυσικά και η έλξη του νεοφανούς. Η έμφαση ήταν σε θεωρίες που ερχόντουσαν από την Ανατολή και έκαναν εντύπωση στο αναγνωστικό κοινό, αλλά και σε ιδέες και ιστορίες από τη μυστικιστική παράδοση της Δύσης.

Υπήρχε ένας ενθουσιασμός ανάμικτος με μια αφέλεια. Υπήρχε διάχυτη η εντύπωση πως διαβάζοντας ένα βιβλίο κανείς θα ήταν σε θέση να κάνει όλα

τα θαυμαστά που έκαναν οι γιόγκι της Ανατολής, να αποκτήσει αστρικό σώμα κοκ. Η έμφαση στην αναζήτηση ήταν στο τι θα καταφέρω, πώς θα γίνω πιο δυνατός, πιο υπερφυσικός, τι δυνάμεις θα αποκτήσω.

Με τα χρόνια αυτό έχει αλλάξει. Αρκετοί άνθρωποι καταλαβαίνουν πως η πραγματική αναζήτηση αφορά σε μια εμβάθυνση της γνώσης του ποιος είμαι, σε μια κατανόηση βαθύτερη και πιο ουσιαστική του εαυτού μου και του κόσμου. Τώρα, αν αυτή η εμβάθυνση και η γνώση μπορεί να προκαλέσει την ανάπτυξη κάποιων ιδιαίτερων δυνάμεων και ποιοτήτων, αυτό είναι μια παράπλευρη συνέπεια, και ναι, θα έλεγα, είναι δυνατή.

Μου έχει τύχει να αναφέρω σε κόσμο ότι δουλεύω στον συγκεκριμένο εκδοτικό οίκο και να μου πουν «Α, εσείς είστε οι παράξενοι της Θεσσαλονίκης». Σαν όλο το πεδίο της αναζήτησης να είναι ομιχλώδες, και να περιμένει κανείς να συναντήσει εκεί από συνωμοσιολόγους μέχρι φιλόσοφους.

Αυτό συνέβη εν πολλοίς επειδή ο εκδοτικός οίκος λειτουργούσε σαν ομπρέλα κάτω από την οποία έβγαινε το ΑΒΑΤΟΝ, το Strange πριν κάποια χρόνια, μετά το mystery, και φυσικά τα βιβλία από τις εκδόσεις μας Αρχέτυπο, διαφόρων ειδών, από εναλλακτικά, ιστορικά, παράξενα, μέχρι πνευματικά, επιστημονικά, ψυχολογικά, φιλοσοφικά. Η κεντρική κατεύθυνση ωστόσο ήταν πάντα και είναι εσωτερική, πνευματική, ανεξάρτητα αν υπήρχαν και βιβλία πιο «εξωτερικά». Κατά τον ίδιο τρόπο, το ΑΒΑΤΟΝ δημιουργήθηκε και πορεύτηκε μέχρι σήμερα έχοντας μια σταθερή σε γενικές γραμμές ταυτότητα, με το στίγμα του τα τελευταία χρόνια να είναι πολύ πιο καθαρό.

Πρέπει ένα περιοδικό να δίνει στον κόσμο αυτό που ο κόσμος θέλει;

Πιστεύω πως ένα περιοδικό και δη αναζήτησης, δεν πρέπει να δίνει στον κόσμο αυτό που θέλει, αλλά αυτό που έχει πραγματικά και βαθιά ανάγκη ο κόσμος. Ένα πραγματικό περιοδικό αναζήτησης δημιουργείται από ανθρώπους που κάτι κατάλαβαν –θα το θέσω χωρίς κάποια αίσθηση ελιτισμού– και νιώθουν πως αυτό το κάτι είναι σημαντικό για τους ανθρώπους και θέλουν να το μοιραστούν μαζί τους με τρόπο εύληπτο.

Ταυτόχρονα πρέπει να καταλάβουμε πως με ένα περιοδικό δεν αλλάζει ο άνθρωπος. Ένα περιοδικό μπορεί να εμπνεύσει, να κινητοποιήσει έναν άνθρωπο, να στρέψει τη σκέψη του προς μια άλλη κατεύθυνση, να δείξει έναν άλλο δρόμο. Ο σκοπός είναι να αποτελείς έμπνευση. Μακάρι ένα περιοδικό, ένας πνευματικός άνθρωπος, ένας πολιτικός (πράγμα δυσεύρετο στην εποχή μας...) να αποτελεί έμπνευση. Το έχουμε ανάγκη.

Έχει ενδιαφέρον πάντως ότι το περιοδικό βγήκε σε μια περίοδο που ο κόσμος ήταν περισσότερο στραμμένος στην ύλη και η αναζήτηση είχε έναν cult χαρακτήρα. Πόσο εύκολο ήταν να βγεις τότε και να μιλήσεις σοβαρά γι' αυτά τα θέματα; Και πόσο εύκολο είναι σήμερα, με την οικονομική κρίση, που η πλειονότητα των ανθρώπων παλεύει μόνο για την επιβίωση;

Ίσως επειδή η δική μου προσωπική αναζήτηση ξεκίνησε αρκετά νωρίτερα, στις αρχές της δεκαετίας του '80, προέκυψε ως φυσικό επακόλουθο. Αμέσως μου πέρασε από το μυαλό, ως μέρος αυτής της αναζήτησης, η εμπειρία μου να εκφραστεί εξωτερικά και να αγγίξει κι άλλους ανθρώπους.

Βέβαια, η αναζήτηση ποτέ δεν σταμάτησε να υπάρχει στον κόσμο. Ανεξάρτητα από τις εξωτερικές συνθήκες, πάντα υπήρχε ένα πιο εσωτερικό ρεύμα που παίρνει κατά καιρούς πολλές μορφές. Είναι σαν ένα ποτάμι που άλλοτε το βλέπεις να ρέει και άλλοτε είναι όντως υπόγειο.

Εκείνη την εποχή, ένιωθα ότι επειδή υπήρχε μια έξαρση του υλισμού, αναπόφευκτα θα ακολουθούσε μια πτώση και η αναζήτηση θα ερχόταν ξανά στην επιφάνεια. Και όντως, μέσα στην ευμάρεια και τον υλισμό, το περιοδικό είχε ζήτηση. Η ανάγκη λοιπόν υπήρχε. Όπως υπάρχει και σήμερα, ίσως πολύ περισσότερο, καθώς πολλές από τις ψευδαισθήσεις μας έχουν καταρρεύσει. Και υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που ανταποκρίνονται στο κάλεσμά μας.

Η κρίση, τα οικονομικά προβλήματα, δεν κάνουν το εγχείρημα αυτό για τους περισσότερους πολύ δύσκολο, δεν λειτουργούν αποτρεπτικά;

Ισχύει για ένα μεγάλο αριθμό ανθρώπων. Υπάρχει διαδεδομένη η άποψη πως στην κλίμακα των αναγκών μας πρώτα έρχεται η επιβίωση, να εξασφαλίσουμε τα προς το ζην —είναι ένα ερώτημα βέβαια πού βάζουμε τον πήχη...— και μετά ίσως ασχοληθούμε με τα του πνεύματος. Όπως είπα, αυτό ισχύει για τους περισσότερους ανθρώπους, όμως αν κανείς διαβάσει για τη ζωή μεγάλων σοφών και πνευματικών δασκάλων, θα δει ότι μέσα σε μεγάλες αντιξοότητες χάραξαν την πορεία τους, αναζήτησαν αυτό το κάτι άλλο, συχνά με κίνδυνο της ζωής τους.

Έχετε γνωρίσει τέτοιους ανθρώπους, και αν ναι είναι κάποιοι γνωστοί;

Έχω γνωρίσει ανθρώπους που στη ζωή τους η αναζήτηση είναι το απόλυτα κεντρικό ζήτημα. Ανθρώπους που ζουν μια συνηθισμένη ζωή, με τις χαρές, τις λύπες και τα προβλήματά της, και ανεξάρτητα από αυτό που τους συμβαίνει εξωτερικά, εκείνοι είναι μόνιμα στραμμένοι σε αυτό το «άλλο», χωρίς να παραμελούν τα εξωτερικά τους καθήκοντα.

Η αίσθηση που σου δίνουν, τουλάχιστον εκείνοι που γνώρισα, είναι η αίσθηση κάτι μεγαλειώδους που με βοηθάει κι μένα να στρέφομαι μέσα μου, προς τα εκεί. Οι περισσότεροι είναι άγνωστοι στον πολύ κόσμο. Αν ανέφερα δυο σχετικά γνωστούς, είναι ο σπουδαίος σκηνοθέτης Peter Brooks, ο Richard Temple, ο Jacob Needleman, που δυο βιβλία τους κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Αρχέτυπο.

Τι κάνει το ΑΒΑΤΟΝ να αξίζει για εσάς όλο αυτό τον καιρό, παρά τις δυσκολίες;

Αυτό που το κάνει να αξίζει είναι μια αίσθηση δημιουργίας. Κάθε φορά που είναι να βγει ένα καινούριο τεύχος υπάρχει η δημιουργική λαχτάρα του να «γεννήσεις» κάτι νέο, και αυτό υπερτερεί όλων των δυσκολιών, η αίσθηση ότι έχεις κάτι καινούριο και σημαντικό να προσφέρεις στον κόσμο. Που φυσικά

δεν θα ήταν εφικτό χωρίς τη βοήθεια ορισμένων σημαντικών συνεργατών και πάνω απ' όλα φίλων, όπως ο Ντέμης Κυριάκου, ο Ιορδάνης Πουλκούρας, η Αριάδνη Γερούκη, ο Κωνσταντίνος Ζάρρας, ο Χάσαν Μπαντάουι, ο Σπύρος Ζωίδης, ο Γιάννης Δέδες, εσύ, ο Δημήτρης Μίλησης, που συμπορευόμαστε εδώ και πολλά χρόνια και τους ευχαριστώ θερμά.

Όπως βέβαια ευχαριστώ θερμά τους χιλιάδες αναγνώστες και συνδρομητές μας, που χωρίς την ανεκτίμητη συνεισφορά τους, το ΑΒΑΤΟΝ δεν θα υπήρχε.

 

Πισω στην κορυφη