To Παρασκήνιο της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης από τα Μυστικά Αρχεία του Βατικανού

του Σπύρου Ζωίδη 

epilegmena arthra alosi 1453

Στις 29 Μαΐου 1453 η Κωνσταντινούπολη, μετά από πολύχρονο και δύσκολο αγώνα, έπεσε στα χέρια των Τούρκων. Για τους λόγους της Άλωσης έχουν χυθεί από τους ιστορικούς τόνοι μελάνης. Ένας από τους βασικότερους ήταν η μη συνδρομή της Δύσης. Οι Βυζαντινοί βλέποντας τον τουρκικό κίνδυνο προ των πυλών ζήτησαν τη βοήθεια της Χριστιανικής Δύσης. Ως αντάλλαγμα (και κάτω από την πίεση των Οθωμανών) δέχτηκαν να συζητήσουν την Ένωση της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας με τη Δυτική Καθολική –μια Ένωση όμως που φαίνεται ότι θα εξελισσόταν σε πλήρη υποταγή στον Πάπα. Τελικά οι Ανθενωτικοί στη Βασιλεύουσα αλλά και στο Βατικανό επικράτησαν και η Πόλη έπεσε.

Τι θα είχε συμβεί σε αντίθετη περίπτωση, ποια θα ήταν δηλαδή η πορεία της Ελλάδας και του Δυτικού κόσμου αν η Κωνσταντινούπολη παρέμενε στα χέρια των Χριστιανών, είναι ένα ερώτημα που δεν έχει πάψει να απασχολεί πολλούς.

Το ζήτημα της Ένωσης των δυο Εκκλησιών δεν σταμάτησε έκτοτε να συζητιέται, ωστόσο κάτω από τη σκιά του ατελέσφορου, πριν 600 περίπου χρόνια, διαλόγου, που συνέτεινε καθοριστικά στην Πτώση. Το παρασκήνιο αυτής της συνομιλίας, ανάμεσα στις δυο πλευρές, μέσα από μυστικά στοιχεία και κρυφά έγγραφα, που –κατά πάγια τακτική του– κρατάει το Βατικανό, αλλά και τις επιπτώσεις μέχρι σήμερα, αποκαλύπτουμε στη συνέχεια...

ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΑΡΧΕΙΑ

Το 1610 μ.Χ. ο Πάπας Παύλος ο Ε΄ δημιούργησε τα «Αρχεία του Βατικανού». Τα μέχρι τότε αρχεία από χιλιάδες τόμους βιβλίων και πάσης φύσεως επίσημα έγγραφα διατηρούνταν στο εκάστοτε παλάτι του Πάπα. Η δημιουργία των επίσημων αρχείων, τα οποία μεταφέρθηκαν σε κατάλληλα δομημένους και διαμορφωμένους χώρους στο πολεοδομικό συγκρότημα του Βατικανού, κατέστη αναγκαία, λόγω της διασποράς των εγγράφων και της παπικής απόφασης να μην έχουν πρόσβαση σε αυτά οι πάντες.

Έτσι αποκλήθηκαν στην αρχή Αποστολικά Μυστικά Αρχεία του Βατικανού και αργότερα Μυστικά Αρχεία του Βατικανού (Archivum Secretum Vaticanum). Η πρόσβαση σε αυτά ήταν –και σε πολλές περιπτώσεις είναι– προνόμιο λίγων, κι ιδιαίτερα του απόλυτα έμπιστου του κάθε Πάπα. Ο όρος μυστικό, λατινικά secretum και αγγλικά secret, χρησιμοποιήθηκε για να περιγραφεί η ιδιότητα του έμπιστου αυτού προσώπου, ο οποίος ονομάστηκε Secretarium ή Camerarius Secretus. Ο όρος Bibliothecarius Secretus χρησιμοποιήθηκε αργότερα όταν κατέστη αναγκαίο να διαχωριστεί η Βιβλιοθήκη από τα επίσημα έγγραφα.

Στα αρχεία αυτά, που ήταν απόλυτα μυστικά, είχαν πρόσβαση μόνο όσοι επέτρεπε ο ίδιος ο Πάπας, μέχρι το 1881 που ο Πάπας Λέων ο ΙΓ΄ επέτρεψε σε επιλεγμένους μελετητές και σχολιαστές την πρόσβαση. Η πρακτική αυτή ισχύει μέχρι σήμερα. Η μόνη διαφορά έγκειται στο ότι το Βατικανό δίνει κατά καιρούς στη δημοσιότητα, επιλεκτικά και μετά από απόλυτη έγκριση του Πάπα, σημαντικά έγγραφα από τα Μυστικά του Αρχεία.

Ένα από αυτά είναι και το επίσημο έγγραφο της Ένωσης των Εκκλησιών, που υπεγράφη το 1440 στη Φλωρεντία, ως αποτέλεσμα της Συνόδου Φεράρας-Φλωρεντίας (27/11/1439-1/2/1440), και το οποίο όμως, δεν ίσχυσε ποτέ!

Η ιστορία έχει καταγράψει σχεδόν όλες τις πτυχές των όσων προηγήθηκαν και όσων ακολούθως συνέβησαν σχετικά και γύρω από τη Σύνοδο Φεράρας-Φλωρεντίας. Αλλά κι η Εκκλησία, Ανατολική και Δυτική, έχει καταγράψει τη δική της άποψη. Από την πλευρά του Βατικανού συνοψίζεται στο «Μάρκος ούχ υπέγραψε, λοιπόν εποιήσαμεν ουδέν» (ο Μάρκος δεν υπέγραψε, λοιπόν δεν κάναμε τίποτα) που αποτελεί την παροιμιώδη φράση του Πάπα της Ρώμης, όταν ο Μάρκος ο Ευγενικός δεν έβαλε την υπογραφή του στο πρωτόκολλο για την ένωση των Εκκλησιών, ενώ είχαν υπογράψει όλοι οι άλλοι Ορθόδοξοι επίσκοποι.

Ενώ από την πλευρά της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας συνοψίζεται στην εξίσου παροιμιώδη/ιστορική φράση του Επίσκοπου Εφέσου Μάρκου του Ευγενικού «Όχι, καλύτερα σκλαβωμένα σώματα στους Τούρκους, παρά σκλαβωμένο πνεύμα στον αιρετικό Πάπα…»

ΤΑ ΤΡΙΑ ΡΕΥΜΑΤΑ…

Τρία ήταν τα ρεύματα που είχαν διαμορφώσει την περιρέουσα ατμόσφαιρα που αρχικά οδήγησε στη σύγκλιση της Συνόδου Φεράρας-Φλωρεντίας, στη συνέχεια στην υπογραφή του πρωτοκόλλου της Ένωσης των Εκκλησιών και τέλος στην πλήρη απόρριψή του από την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία, παρά τις υπάρχουσες υπογραφές πολλών επιφανών επισκόπων/αντιπροσώπων της.

Το πρώτο ήταν το Παπικό. Η Δυτική Εκκλησία από τις αρχές της δεκαετίας του 1430 είχε διασπαστεί κι ο Πάπας Ευγένιος Δ΄βρισκόταν σε δεινή θέση. Η διαμάχη υπέβοσκε και η ίδια η Ρώμη ήταν εναντίον του. Η σύγκληση της συνόδου το 1431,  από την αντίπαλη πλευρά, στη Βασιλεία της Ελβετίας (1431-1449) είχε πρόθεση να εκλέξει νέο Πάπα αλλά αυτό δεν έγινε ποτέ.

Το 1434 ο Πάπας φεύγει κυνηγημένος από το Βατικανό, σώζεται μεταμφιεσμένος, και καταφεύγει στη Φλωρεντία, που ήταν κέντρο πολλών υποστηρικτών του. Αυτό που ενδιαφέρει, όμως, δεν είναι η διαμάχη της παπικής Εκκλησίας αλλά η πολιτική που ανέπτυξαν οι δύο πλευρές σε σχέση με την Ένωση των Εκκλησιών.

Η μεν πλευρά της Συνόδου της Βασιλείας δεν ήθελε επ’ ουδενί την ένωση, διότι αφενός η ίδια δεν είχε τη νομιμότητα να τη διαπραγματευθεί και να την υλοποιήσει, αφετέρου αν την πραγματοποιούσε ο Πάπας, το κύρος του θα σύντριβε τους αντιπάλους του μια και θα γινόταν ο Πάπας Ανατολής και Δύσης.

Μετά την έκφραση της επιθυμίας για ένωση που εξέφρασε η Κωνσταντινούπολη, που πιεζόταν φοβερά και έβλεπε την τουρκική απειλή να μεγαλώνει συνεχώς, η Σύνοδος της Βασιλείας έσπευσε να αποστείλει αντιπροσωπεία, υπό τον Καρδινάλιο Ιωάννη της Ραγούζης, ο οποίος προσπάθησε να αποτρέψει τη μετάβαση των Βυζαντινών στην Ιταλία. Το επιχείρημά του, που δεν απείχε καθόλου από την αλήθεια, ήταν ότι εφόσον η Δυτική Εκκλησία βρισκόταν σε μεγάλη διαμάχη και χωρισμένη σε δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις, ήταν ριψοκίνδυνο για τους Ανατολικούς –όπως αποκαλούσαν τους Βυζαντινούς– να μεταβούν στην Ιταλία.

Η πλευρά όμως των Παπικών, διαβλέποντας την ανάγκη της ένωσης που είχε δημοσίως εκφραστεί από την επίσημη Κωνσταντινούπολη και πολλούς ιεράρχες της Ανατολικής Εκκλησίας, επεδίωξε την ένωση, γνωρίζοντας ότι η πλευρά των Βυζαντινών ήταν αδύναμη, άρα χωρίς δυνατά επιχειρήματα για επιβολή δικών της δογματικών απόψεων.

Επιπλέον, η ένωση θα καθιστούσε τον –αποψιλωμένο από δύναμη και κύρος– Πάπα παντοδύναμο, καθώς η διακαής επιθυμία του Βατικανού να αναδειχθεί ως η μόνη χριστιανική εξουσία θα είχε επιτευχθεί. Άλλωστε, είναι ιστορικά αποδεδειγμένο ότι όταν το Βατικανό έλεγε Ένωση εννοούσε την πλήρη και άνευ όρων υποταγή της Ανατολικής Εκκλησίας  σε αυτό.    

Το δεύτερο ρεύμα ήταν αυτό της Ένωσης που απέρρεε από την επίσημη Κωνσταντινούπολη, δηλαδή από τον αυτοκράτορα και την επίσημη Εκκλησία. Ο αυτοκράτορας Ιωάννης Η΄ Παλαιολόγος (1425-1448), όντας αδύναμος να αντιμετωπίσει την οθωμανική απειλή κι έχοντας χάσει σχεδόν όλη την αυτοκρατορία του, προσέβλεπε στη στήριξη της δυτικής Εκκλησίας και προσωπικά στον Πάπα.

Πίστευε ότι ο Πάπας, με το μεγάλο κύρος που θα του προσέδιδε η ένωση, θα έπειθε τους δυτικούς ηγεμόνες να στείλουν στρατεύματα για να αντιμετωπίσουν τον κοινό κίνδυνο. Ο Πατριάρχης κι η επίσημη Εκκλησία, σε επίπεδο ιεραρχών, ήταν με το μέρος του αυτοκράτορα. Κύριοι εκφραστές του ρεύματος αυτού, εκτός του αυτοκράτορα, ήταν ο πολιτικός αρχηγός της αποστολής στη Σύνοδο Φεράρας-Φλωρεντίας και μετέπειτα αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος (1405-1453) και ο Επίσκοπος Νικαίας Βησσαρίων, που μετά την άλωση έγινε καρδινάλιος της Δυτικής Εκκλησίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι δύο τελευταίοι έμειναν πιστοί στην ένωση που υπέγραψαν, μέχρι το τέλος της ζωής τους. 

Το τρίτο ρεύμα συνιστούσαν σημαντικοί ιεράρχες και λόγιοι, αλλά και ο ίδιος ο πατέρας του αυτοκράτορα, ο Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγος (1391-1425), ο οποίος είχε συμβουλέψει το γιο του να μην μεταβεί στην Ιταλία. Το ρεύμα αυτό τελικά επικράτησε με την πλήρη υποστήριξη του λαού.  Ο βυζαντινός λαός ήταν σύσσωμος εναντίον της ένωσης. Είχε ζήσει το ζυγό και την αγριότητα των Φράγκων κατακτητών και την προσπάθεια που είχε καταβάλλει το Βατικανό για εκλατίνιση των Ορθοδόξων, γνώριζε τη μέχρι τότε αδιαφορία των Δυτικών για την πατρίδα του αλλά και πίστευε απόλυτα στον απλό κλήρο, που κι αυτός ήταν σύσσωμος εναντίον της ένωσης.

Μερικοί από τους πρωταγωνιστές, αλλά και περισσότερο γνωστούς ηγέτες αυτού του ρεύματος ήταν οι Γεώργιος Σχολάριος Γεννάδιος, Μάρκος Ευγενικός επίσκοπος Εφέσου, ο μοναχός Ιωσήφ Βρυέννιος, ο Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων, ο οποίος είπε αργότερα για τη Σύνοδο Φεράρας-Φλωρεντίας:  «Ουκ απελεύσεσθε εις Σύνοδον, αλλ’ εις κατάκρισιν».

Η φαινομενική νίκη των Ενωτικών είχε τα ακόλουθα αποτελέσματα: ο Πάπας ενισχύθηκε τόσο που κατάφερε στην αρχή να επιβληθεί στους αντιπάλους του, και στη συνέχεια ο διάδοχός του πάπας Νικόλαος Ε΄ το 1449 κατάφερε να διαλύσει οριστικά τη Σύνοδο της Βασιλείας και το Βατικανό να επικρατήσει πλήρως.

Το Βυζάντιο έχασε το όποιο κύρος διέθετε στη Ρωσία και τις υπόλοιπες σλαβικές χώρες, με αποτέλεσμα να της γυρίσουν την πλάτη, αφήνοντάς τη μόνη να τα βγάλει πέρα με τους Οθωμανούς, χαρακτηρίζοντάς τους αποστάτες της Ορθόδοξης πίστης.

Οι Δυτικοί ηγεμόνες και ο Πάπας δεν έστειλαν ποτέ στρατεύματα να βοηθήσουν την Κωνσταντινούπολη, η οποία έπεσε την 29η Μαΐου 1453 εν μέσω της διαμάχης μεταξύ των Ενωτικών και του λαού. Η πραγματική ένωση δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, επειδή λαός και κλήρος δεν την αποδέχθηκαν ποτέ.

Είναι αξιοσημείωτο ότι η μάχη εκ μέρους των Ανθενωτικών στη Σύνοδο Φεράρας-Φλωρεντίας δόθηκε σε επίπεδο δογματικό και θεολογικό, ενώ εκ μέρους των Ενωτικών σε καθαρά πολιτικό με αιχμή την αποτροπή της επερχόμενης κατάρρευσης του Βυζαντίου και του επερχόμενου κινδύνου για τη Δύση. Η κατάρρευση επήλθε το 1453 και οι Τούρκοι έφτασαν μέχρι τη Βιέννη, έναν αιώνα περίπου αργότερα.

ΑΠΟ ΤΟ 1453 ΣΤΑ ΣΗΜΕΡΙΝΑ «ΑΔΙΕΞΟΔΑ»

Τα πολιτικά αποτελέσματα του κινδύνου αυτού υπάρχουν μέχρι σήμερα, με την ισλαμική Βοσνία, το Κόσσοβο και την Αλβανία. Σε δογματικό και θεολογικό επίπεδο, κυριάρχησαν από την πλευρά του Βατικανού οι θεολογικές απόψεις του Θωμά του Ακινάτη, κι από την πλευρά των Ορθοδόξων, του Μάρκου του Ευγενικού. Τα κυριότερα προβλήματα που ταλάνισαν τη Σύνοδο ήταν το πρόβλημα της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος και από τον Υιό (Filioque), το πρόβλημα της ταύτισης της ουσίας και των ενεργειών του Θεού και οι προϋποθέσεις υποδοχής της Θείας Χάριτος από τον άνθρωπο, καθώς και το πρόβλημα του Καθαρτηρίου. Τα θεολογικά και δογματικά αυτά προβλήματα, με βαθιές και διαφορετικές ρίζες το καθένα στην πλευρά του, δεν έχουν από τότε ούτε καν συζητηθεί από τις δύο πλευρές.

Ιστορικές Πηγές για τη Σύνοδο Φεράρας-Φλωρεντίας

1.Τα Πρακτικά της Αγίας και Οικουμενικής εν Φλωρεντία Συνόδου (Acta Graeca ή Actorum Graecorum), που ορισμένοι αποδίδουν στον Ορθόδοξο αλλά λατινόφιλο επίσκοπο Μυτιλήνης Δωρόθεο (γράφτηκαν πιθανόν πριν το 1444), που ήταν μέλος της Συνόδου και τα οποία εξέδωσε ο Ιησουΐτης Joseph Gill.

Τα πρακτικά αυτά χαρακτηρίζονται από σαφώς φιλοπαπική διάθεση, καθώς ο εκδότης τους J. Gill δηλώνει απερίφραστα ότι «εκφράζουν απόψεις ευνοϊκές για την ένωση και είναι συμφιλιωτικά ως προς τον τόνο με τους Λατίνους» (Personalities of the Council of Florence and other Essays, Oxford, 1964,). Μία από τις αποδείξεις ότι τα πρακτικά αυτά είναι στην ουσία μονομερώς «αντικειμενικά», θεωρείται η παράληψη της επίμονης αξίωσης που διετύπωσε ο Πάπας να του φιλήσουν το πόδι ο Πατριάρχης και οι Ορθόδοξοι Επίσκοποι. Η αξίωση αυτή έχει καταγραφεί και είναι ιστορικά επαληθευμένη από πολλές άλλες πηγές.

2.Τα Απομνημονεύματα του Σιλβέστρου Συρόπουλου (Vera Historia), που αρχικά θεωρήθηκαν διαβλητά και επομένως μη αξιόπιστα από τους Λατίνους. Μετά όμως από τις πολλές επαληθεύσεις τους από αποσπασματικά έργα και αναφορές άλλων συμμετεχόντων στη Σύνοδο, αναγνωρίζεται η πιστότητά τους και μάλιστα μία από τις σοβαρές επαληθεύσεις των απομνημονευμάτων του Σιλβέστρου Συρόπουλου είναι κι ο ίδιος ο J. Gill. Στην πρώτη έκδοση των Απομνημονευμάτων, ο εκδότης Robert Creighton (Χάγη 1660) τα ονόμασε «Αληθή Ιστορία Ενώσεως μη Αληθούς...»

Σ.Ν.Ζ.


Το κείμενο Το Παρασκήνιο της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης Από τα Μυστικά Αρχεία του Βατικανού πρωτοδημοσιεύτηκε στο ΑΒΑΤΟΝ Νο 61

 

 

 

Πισω στην κορυφη